Code red

Βρίσκομαι μέσα σε μια πολύ όμορφη και γυαλιστερή πανοπλία που την γυάλιζα όλο το βράδυ και μου πήρε λίγη ώρα εκεί στα μανίκια γιατί είναι πολύ άτιμες οι σιδερένιες ζάρες αλλά τελικά τα κατάφερα. Και γυαλίζει που λες όμορφα στον ήλιο και καθρεφτίζεται πάνω της και η κοτσίδα μου και σου ορκίζομαι πως πιο όμορφη κοτσίδα δεν έχω ξανακάνει. Η αντανάκλασή της στην πανοπλία είναι παραμορφωμένη λόγω καμπυλότητας και κάνει την κοτσίδα μου να φαίνεται μακρύτερη και νιώθω λίγο πιο γενναία που έχω μακριά μαλλιά αλλά στην πραγματικότητα το μήκος δεν έχει αλλάξει εδώ και μήνες και αυτό αποτελεί πόρισμα γιατί η πλάτη μου δεν μου έχει πει ποτέ ψέμματα.

Όλα είναι έτοιμα λοιπόν και οι άνδρες μου είναι δίπλα μου έτοιμοι κι αυτοί και λίγο τρέμει η καρδιά μου γιατί όπως και να το κάνεις οι πόλεμοι τελειώνουν άσχημα και για τις δύο πλευρές, κι αν μια πλευρά μείνει ευχαριστημένη τότε μάλλον πολεμά μπροστά σε καθρέφτη, και οι απώλειές της δεν είναι παρά μεγενθυμένες αντανακλάσεις, όπως η κοτσίδα μου. Ελπίζω να βλέπεις την κοτσίδα μου από εκεί που είσαι, είμαι πολύ περήφανη γι'αυτή.

Κάθομαι εδώ και κρατώ το σπαθί μου που είναι βαρύ για τα μέτρα μου αλλά τώρα δεν είναι ώρα για παράπονα γιατί τους βλέπω να έρχονται και δεν μπορώ να κάνω τίποτα παρά να σφίξω τη λαβή και να ευχηθώ για το καλύτερο ντάματζ που έχει δει ανθρώπινο μάτι. Γιατί θα λυπηθώ πολύ αν σε απογοητεύσω.

Κάθεσαι εκεί πάνω στον Πύργο σου και κοιτάς εμάς κάτω πόσο έτοιμοι είμαστε και ξέρω πως δε σε νοιάζει και πολύ το αν γυαλίζουν οι πανοπλίες μας αλλά εγώ ξέρω πως το θέαμα είναι καλύτερο έτσι, και σου είπα πόσο περήφανη είμαι για την ωραία μου κοτσίδα; Είσαι ασφαλής στον ψηλό σου Πύργο και μπορείς να δίνεις διαταγές με ένα μόνο νεύμα και όλοι τότε θα ακολουθήσουν τις διαταγές σου αλλά θα ακούνε και μένα γιατί είμαι επικεφαλής και αυτό δεν είναι τυχαίο.

Πλησιάζουν λοιπόν και τα πόδια μου τρέμουν και κοιτάω μια το σπαθί μου και μια εσένα και περιμένω διαταγές γιατί μόνη μου δεν κάνω βήμα. Σε κοιτώ που είσαι εκεί ψηλά και κουνάς το κεφάλι καταφατικά και τότε εγώ καταλαβαίνω και φωνάζω ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΣΑΣ και ελπίζω να μην άκουσε κανείς αυτό το τρέμουλο στη φωνή μου γιατί αν φοβάται ο επικεφαλής τότε γάμησέ τα αγάπη μου.

Τους βλέπω στα δέκα μέτρα και φωνάζω πάλι -αυτή τη φορά πιο δυνατά για να κρύψω το τρέμουλο- ΕΤΟΙΜΟΙ και κοιτώ εσένα που ακόμα γνέφεις καταφατικά και δεν περνάει ένα λεπτό μέχρι που το σπαθί μου βρίσκεται μέσα στα σπλάχνα του πρώτου εχθρικού κυρίου. Το ίδιο και τα σπαθιά των ανδρών μου. Έκπληκτη κοιτάω και δεν πιστεύω αυτό που έκανα μόλις και ελπίζω να συγχωρέσω κάποτε τον εαυτό μου γι'αυτό.

Σε ξανακοιτάω και γνέφεις ακόμα καταφατικά και ξέρω πως κάνω το σωστό και συνεχίζω να μπήγω το κρύο ατσάλι μου στα ζεστά σπλάχνα των κακών εχθρών, και τα πράγματα γίνονται λίγο πιο εύκολα γιατί οι άνδρες μου κάνουν φασαρία και γω βρίσκω ευκαιρία να σκεφτώ άλλα πράματα όπως το ότι σε λίγο θα φάμε.

Το κεφάλι σου που κουνιέται καταφατικά με κάνει να πιστεύω πως όλα καλά θα πάνε, και το σπαθί μου παίρνει θάρρος και ψάχνει απεγνωσμένο για θερμή σάρκα και σχεδόν δεν μπορώ να το συμμαζέψω, ακριβώς όπως σε τραβολογάει λυσσασμένα ένα σκυλί σε λουρί όταν το πας βόλτα μετά από πολύ καιρό. Θέλει να μυρίσει τα πάντα ταυτόχρονα και συ λίγο παιδεύεσαι που σε τρέχει έτσι αλλά διασκεδάζεις κιόλας με το πάθος του. Έτσι με τραβολογάει το σπαθί μου. Γιατί σε ξανακοίταξα μόλις και συ ακόμα γνέφεις καταφατικά και γω σκέφτομαι 'τι διάολο, μα δε βλέπει που κάνουμε ό,τι λέει;' αλλά δεν τολμώ να σταματήσω γιατί είναι ή  εγώ ή αυτοί.

Τα πράγματα δεν πάνε πολύ καλά όμως. Οι άντρες μου πέφτουν νεκροί τριγύρω μου και γω φωνάζω ΜΗΝ ΑΠΟΣΠΑΣΤΕ και εννοώ φυσικά ΝΑΙ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΚΛΑΨΕΤΕ ΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ  ΑΠΟΛΥΤΑ αλλά δεν το κάνω γιατί οι επικεφαλείς είναι λιονταρόκαρδοι συνήθως αλλιώς είναι πούστηδες. Οι άντρες μου λοιπόν χάνονται και εξαφανίζονται και λιγοστεύουν ανυπόφορα και γω σε κοιτάζω που το κεφάλι έχει κολλήσει και γνέφει ακόμα καταφατικά και προσπαθώ ακόμα να με πείσω πως όλα πάνε όπως πρέπει και πως είναι φυσιολογικό που εδώ και δύο γαμημένες ώρες γνέφεις καταφατικά, ναι είναι απόλυτα φυσιολογικό, είναι δείγμα πως είσαι ευχαριστημένος, ναι αυτό είναι και τίποτα παραπάνω.

Δυστυχώς έχουμε μείνει πολύ λίγοι πια, δεν έχουμε καμία ελπίδα και γω σε κοιτάω απελπισμένη που ακόμα γνέφεις και τώρα πια ξέρω πως κάτι τρέχει αλλά δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω τη σκέψη μου και ΧΡΑΚ κάποιος μου κόβει την κοτσίδα. Την πιο ωραία κοτσίδα που έχω κάνει ποτέ, σου ορκίζομαι. Γυρνάω να δω ποιός άκαρδος μαλακισμένος τόλμησε τέτοιο πράγμα και στη μισή περιστροφή του κεφαλιού νιώθω κάτι ασφυχτικά παγωμένο μέσα στο στομάχι μου και έπειτα δεν μπορώ να σταθώ και πέφτω κάτω και ακούω τον θόρυβο που κάνω καθώς σκάω με επιτάχυνση στο έδαφος και θυμάμαι πως αυτός είναι ο ήχος που κάνουν και οι άνδρες μου όταν πέφτουν νεκροί και αυτό με φοβίζει πιο πολύ από την ανεξήγητη παγωμάρα στο στομάχι.

Είμαι κάτω και δεν έχω πολλή ώρα ακόμα γιατί το ατσάλι-δεμένος σκύλος ενός κακού κυρίου επέλεξε να μυρίσει εμένα και γω σε κοιτάω βουρκωμένη από το έδαφος που γνέφεις ακόμα καταφατικά και ακούω τον επικεφαλή των άλλων να φωνάζει ΑΥΤΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ και δεν καταλαβαίνω γιατί γνέφεις ακόμα αφού χάσαμε και έχασες και συ άρα, και εύχομαι ρε γαμώτο να μην ακούς ρέγγε ή κάτι άλλο που μπιστάει τόση ώρα και κουνάς ρυθμικά το κεφάλι σου γιατί εγώ έβαλα τα δυνατά μου για να μη σε απογοτεύσω και γυάλιζα με μανία την πανοπλία μου όλο το βράδυ και έφτιαξα την πιο όμορφη κοτσίδα για να με βλέπεις και να χαίρεσαι και τελικά έχασα όλους τους άνδρες μου και έχασα και μένα και θα ναι κρίμα να έπαιρνα θάρρος τόση ώρα επειδή εσύ απλά γούσταρες με ένα κομμάτι.

Να-χα.

Πολύ καλά λοιπόν.

Δεν ξέρει κανείς πόσο πολύ προσπαθώ να μη μοιάσω σε εκείνο το τραγούδι που μου αρέσει τόσο και αγχώνομαι που κάθε φορά που το ακούω μου αρέσει 2 βαθμούς πιο πολύ, γιατί θυμάμαι πως κάθε φορά που ακούω κάτι το προσαρμόζω στην κατάστασή μου. Το κόβω και το φτιάχνω στα μέτρα μου και το φοράω και περιφέρομαι πολύ περήφανη που έχω ένα τραγούδι και φοράω και μου πάει τόσο. Ω πόσο σου πάει αυτό το τραγούδι Μυρτώ! Ναι είδες πόσο μου πάει, ήταν το τελευταίο στο ράφι, το πρόλαβα ευτυχώς. Το είδα και το άρπαξα τόσο γρήγορα που ούτε η πωλήτρια δεν πρόλαβε να έρθει να μου πει "Θέλετε βοήθεια σε κάτι;"

Καταρχήν μην ξεχνάμε την προσήλωση. Αυτή η προσήλωση ρουφάει τόση ενέργεια που είναι αδύνατο να κάνεις 9 βήματα χωρίς να ζαλιστείς και ναι το ξέρω πως φταίει και η ζέστη και όλος ο υπόλοιπος κατάλογος αλλά φταίει και η προσήλωση και φταίω και γω (ναι φταίω και γω) που δεν το πολεμάω και έρχομαι εδώ και κλαψουρίζω με λέξεις πολύ προσεχτικά όμως και πολύ διακριτικά και δεν έχεις δει πιο προσηλωμένο άνθρωπο από μένα. Δεν έχεις δει πιο προσηλωμένο άνθρωπο από μένα! Πειθαρχημένη και προσηλωμένη στο έργο μου, ναι. Είμαι σωστός στρατιώτης.

Είμαι σχεδόν σίγουρη πως το κεφάλι μου είναι γεμάτο αηδίες πάλι και όλοι επιβεβαιώνουν τους φόβους μου και αυτό είναι πολύ καλό σημάδι γιατί πάντα όσοι μου δίνουν συμβουλές πέφτουν έξω γιατί τα πράγματα γίνονται πάντα όπως νομίζω εγώ πως θα γίνουν, και δε μπα να ακολουθήσω κατά γράμμα τις συμβουλές τους. Κάθε φορά μου λένε όλοι τις σοφίες τους και παίρνουν και αυτό το ύφος που με κάνει να νιώθω πως αντιδρώ σα παιδάκι και θέλω να φωνάξω σκάστε πάφτε και δείτε με να μην κάνω τίποτα από αυτά που λέτε και αν νομίζετε πως είμαι παιδάκι από αυτό τότε ναι είμαι γιατί είστε όλοι 50 χρονών μεγάλοι που θέλετε να κάνετε τους άλλους να σκάνε για να μη σκάσετε εσείς πρώτοι. Προτιμώ να σκάω πρώτη. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΜΟΥ. Αλλά ναι, πείτε μου. Μιλήστε μου και πείτε μου. Φυσικά δεν πρόκειται να κάνω τίποτα από τα πέντε πράματα που θα ακουστούν στο τραπέζι. Γι'αυτό σας έχω φίλους. Ας μη μιλήσουμε γι'αυτό. Θα σας πω τι μου τη δίνει τρομερά και μετά θα το ξεχάσουμε σαν να μην έγινε ποτέ γιατί οι φιλίες είναι συνωμοσίες για να μην αναγκάζεσαι να θάβεις πτώματα μόνος σου στις ερημιές, και τίποτα παραπάνω. Και για να το πω αλλιώς, διαφωνώ. Ευτυχώς που δεν κάνω όσα λέτε. Θα ήμουν πολύ διαφορετικός άνθρωπος αν δεχόμουν ως αδιάσειστα γεγονότα τα λεγόμενά σας που προδίδουν την πίστη σας στο ότι είστε τα μόνα πλάσματα που έχουν δίκιο σε αυτή τη γη. Δεν έχουμε πάντα δίκιο. Εγώ δεν ξέρω καν πότε δεν έχω άδικο. Πάω με αυτή την παραδοχή, πως έχω πάντα άδικο, και αν τύχει και έχω δίκιο, θα είναι μια ευχάριστη έκπληξη μη νομίζεις πως δεν σε βλέπω που μπλέδιασες, σε βλέπω αλλά κάνω τη μπάπχια γιατί σε ξέρω πώς παίζεις με τα χρώματα αλλά είπαμε, το κουράζεις και γω εδώ μέσα δε θέλω χρώματα, έτσι μπράβο να φεύγει το μπλε από δω ευχαριστώ. Τι έλεγα; Ναι. Δε συμφωνώ. Παραείστε δυναμικές. Κάθε φορά που συμφωνούμε εγώ τρομάζω. Ανησυχώ. Νιώθω άβολα. Μην ανησυχείτε, η φιλία μας δεν κινδυνεύει όσο φοράω μαϊντανούς στα αυτιά την ώρα που συμβουλεύετε, και μην γκρινιάζετε επιτέλους ναι Στέφη πάψε και κοίτα με που αυτοσχεδιάζω, θα προτιμούσες να σας λέω "ε , κοιτάχτε με να κάνω όλα όσα λέτε και τίποτα να μην πηγαίνει σωστά!". Όχι δεν θα το προτιμούσες. Δεν μπορώ να κατηγορήσω κανένα και γι'αυτό θα είμαστε για πάντα φίλοι.

Φυσικά και με νοιάζει και δεν μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια και ας είμαι κουλ και χαρωπή, μέσα μου βράζω αλλά όσο και να βράζω δεν πρόκειται να δεις υδρατμούς και αν συμβεί αυτό τότε εγώ καλύτερα να φεύγω γιατί πάσχω από μεταβατικό τρόμο και όταν τρομάζει ο άλλος εγώ τρομάζω δέκα φορές πιο πάνω και τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση χωρίς καν να το σκεφτώ. Και μπορώ πολύ εύκολα να με πείσω πως δε με νοιάζει και προσπαθώ πολύ σκληρά -αλήθεια προσπαθώ πολύ σκληρά- και τις περισσότερες φορές τα καταφέρνω γιατί είμαι πολύ πειστική στο να με πείθω. Αλλά είναι κάτι άλλες φορές που δεν παίρνω από λόγια και ό,τι και να μου πω απ'το ένα αυτί μπαίνει και από το άλλο βγαίνει και να το πάλι, επέστρεψες με το πορτοκαλί και ξέρεις πόσο μισώ το πορτοκαλί, σε παρακαλώ κάνε μου τη χάρη και μην προσπαθείς να μου πλασάρεις χρώματα γιατί δεν είμαι σε θέση να τσακωθώ και μαζί σου, κατάλαβέ με και τσακίσου από δω και πάρε και αυτό το ηλίθιο πορτοκαλί γιατί θα με κάνεις να βρέξω και δεν το θες, τέλεια ευχαριστώ και πάλι, να 'σαι καλά.

Χτες πήγα στο Βασιλόπουλο για να πάρω παρμεζάνα και έχωσα πάλι το χέρι μου μέσα στο ρύζι και μέσα στις φακές και μπορώ πλέον να πω πως είναι από τα πιο ωραία συναισθήματα που υπάρχουν στη γη. Ο τύπος πίσω από τον κισσέ με κοίταζε περίεργα αλλά έκανα πως κοιτούσα αλλού και ξέρω πολύ καλά πως δεν έπειθα αλλά ποιός χέστηκε κιόλας. Το ρύζι πρέπει να έχει πολύ βαρετή ζωή τελικά, ας είμαι καλά και γω που περνάω πού και πού και το χουφτώνω και το κάνω να ντρέπεται αλλά με κοιτάει με αυτό το ύφος το "θα ξανάρθεις και την επόμενη βδομάδα, ε;;..". Και γω φυσικά και χαμογελάω "ναι".


Και ναι ντρέπομαι να πάρω την Βόνταφον και ναι ντρέπομαι όταν παραγγέλνω και ντρέπομαι και τους ντελιβεράδες και ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΑΛΙ όσους πατώ κατα λάθος στο δρόμο και όσους με σκουντάνε και πρέπει να ψελίσω ευγενικά "δεν πειράζει" ενώ ξέρουμε όλοι πολύ καλά πόσο με πειράζει να με ακουμπάνε ξένοι και αυτό που έκανες χτες το βράδυ δε θα στο συγχωρέσω ποτέ και αν σε δω ξανά θα σου ρίξω μια τόσο δυνατή κατάρα λες και είμαι τσιγγάνα και θα προσποιηθείς πως φοβάσαι γιατί αυτό που έκανες δεν ήταν σωστό και καμιά δικαιολογία δεν έχεις.

Ας φανταστούμε πως εδώ βρίσκεται ένα φύλλο λεύκας που συλλέχθηκε στις έξι του Μάη, μεταξύ δώδεκα και μια το μεσημέρι.



Γιατί όχι;;

Κάνω κάτι σκέψεις καμιά φορά.

Κάθε που βλέπω μια ταινία, σκέφτομαι τι μπορεί να έκανα εγώ τη στιγμή που γυριζόταν ένα πλάνο. Θα ήθελα να υπήρχε ένα μικρό παράθυρο στην κάτω αριστερή γωνία της οθόνης που να δείχνει το τι έκανα εγώ κατά τη διάρκεια της εκάστοτε σκηνής. Υπό αυτή την έννοια, κάθε ταινία αποθανατίζει στιγμές μου, απλά τυχαίνει να βρίσκεται σε άλλο μέρος, με άλλα άτομα κάθε φορά. Αλλά ξέρω πως όλες οι ταινίες που γυρίστηκαν μετά το ’89 αποθανατίζουν στιγμές μου. Απλά λείπω εγώ. Θα μπορούσα να μη λείπω.

Αναρωτιέμαι σε πόσα άλμπουμ βρίσκομαι χωρίς να το ξέρω. Βγάζουν φωτογραφίες και τυχαίνει να περπατάω από πίσω και κατα λάθος βρίσκομαι και γω στο πλάνο. Σε πόσες περιοχές να ‘χω ταξιδέψει άραγε; Πόσα σόγια με έχουν δει χωρίς να το ξέρω; Σε πόσα κακόγουστα άλμπουμ να βρίσκομαι; Και με τι είδους ξινισμένη μούρη; Και πού κοιτάω; Αν μάζευα σε ένα δωμάτιο όλους τους κομπάρσους που υπάρχουν στις δικές μου φωτογραφίες, και τους έδειχνα πού βρέθηκαν χωρίς να το θέλουν, θα τρόμαζαν; Θα μπορούσα να θυμηθώ κάποιον που λιάζεται σε μια παραλία μαζί μου από φωτογραφία του 2003, αν τον έβλεπα στον δρόμο;

Τι κάνουν τα ζαχαροπλαστεία όλες αυτές τις τούρτες που μαραζώνουν στα ψυγεία; Είναι πολύ όμορφες και περίτεχνα στολισμένες αλλά δεν νομίζω να έχουν τόσοι άνθρωποι τα γενέθλιά τους για να τις πουλήσουν όλες. Εγώ θα στεναχωριόμουν να πετάξω μια τούρτα που δεν παίρνει κανείς, ακόμα κι αν είχε χαλάσει. Γιατί θα είχα βάλει λίγο ψυχή για να την κάνω. Ίσως γι’αυτό οι ζαχαροπλάστες να είναι τεράστιοι, γιατί λυπούνται τις δημιουργίες που μένουν αφάγωτες και παραπονεμένες, και τις τρώνε με το ζόρι τα βράδια. Τώρα είμαι σίγουρη πως την επόμενη φορά που θα δω τον ζαχαροπλάστη στο Ατενέ, θα τον φανταστώ να κάθεται σε μια σκοτεινή κουζίνα και να κλαίει απ’τα πολλά γλυκά και να μπουκώνεται και να κλαίει και να γεμίζει τις τούρτες με μύξες.

Αναρωτιέμαι τι θα έκανε ένα πουλί αν του έβγαζες τα φτερά και του έδινες χέρια. Θα σάλταρε κάπως. Θα περπατούσε σέρνοντας τα χέρια του και θα άραζε στις γωνίες των μαγαζιών και θα ήταν τραγικά άνευρο. Ή μπορεί να φλίπαρε και να έπιανε τα πάντα. Σκέψου όλα τα περιστέρια στο Σύνταγμα να δίνουν χειραψίες το ένα στο άλλο. Θα ήταν καταστροφικά αστείο. Αν ήμουν περιστέρι και μου έδιναν χέρια, το πρώτο πράγμα που θα έκανα θα ήταν να τραβήξω τις τρίχες του ποδιού εκείνου του άπλυτου τύπου που δουλεύει κοντά στη Βουλή, νομίζω σε εκείνο το ανθοπωλείο, και κλωτσάει συνέχεια τα περιστέρια. Και , σκέψου,  είμαι η πρώτη που θα γινόταν μέλος στην εκστρατεία ΤΟ ΜΠΟΥΛΟ, ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ, ΔΕ ΣΑΣ ΣΥΜΠΑΘΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΑ. Απλά για να ξέρεις πόσο πολύ μισώ αυτόν τον τύπο.

Τι θα πάθαινα αν μου έβγαζαν τα χέρια και μου έδιναν φτερά; Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να σηκώσω το σώμα μου, και αν μπορούσα, τα πόδια μου θα κρέμονταν άβολα και θα έπρεπε να πετάω σταυροπόδι. Θα ήθελα να πετάξω μέχρι ένα σκοτεινό δάσος. Νομίζω αυτό το θέλω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Θέλω να πετάξω πιο ψηλά από οτιδήποτε ψηλό στη ζωή μου. Να δω τα πάντα από πάνω, να αγγίξω τις κορυφές τους και να τα αξιολογήσω. Νομίζω πως τα ψηλά πράγματα τα φτιάχνουν πολύ πρόχειρα γιατί κανείς δεν μπορεί να δει τις κορυφές τους και να τις κρίνει. Υπάρχει ένα «δε γαμιέται» στη στιγμή που ο ποιών φτάνει στην κορυφή της δημιουργίας του. Κάπως σαν να έχει σιχτιρίσει και τα παρατάει. Μπορεί στα πιο ψηλά κτίρια να βρεις εργαλεία που έχουν παρατήσει. Μπορεί να μην σκέφτηκαν καν να τα μαζέψουν. Μπορεί να τα άφησαν επίτηδες για να τα βρω εγώ.

Μια φορά είχα πάει σε μια έκθεση φωτογραφίας, και είχε τόσο κόσμο και ζέστη που με έπιασε δύσπνοια και άρχισα να σπρώχνω γρήγορα για να βγω έξω. Αυτό που νιώθεις πως ο αέρας δεν πηγαίνει κάτω. Πως το μάους σενσιτίβιτυ είναι τέρμα δεξιά και δεν μπορείς να ελέγξεις το πού κοιτάς.
Βγήκα έξω σε μια μικρή αυλή που πρέπει να είναι το πιο βρώμικο μέρος του κόσμου μετά την κουζίνα μου. Δεν νομίζω να είχε προσέξει κανείς πως το μέρος είχε και αυλή. Ήταν πολύ κρυμμένη και παρακμιακή. Κάθισα σε ένα πεζούλι δίπλα σε κάτι φυτά και κοιτούσα τα παπούτσια μου για να ηρεμήσω. Είδα πως στο τελευταίο πλακάκι της αυλής, εκεί που ξεκινούσε η γλάστρα, υπήρχε μια μικρή ρωγμή. Πήγα κοντά και άρχισα να το τσιγγλάω με τα δάχτυλά μου, και τελικά το πλακάκι άρχισε να κουνιέται. Κουνιόταν αρκετά ώστε να το σηκώσω. Με το που το σήκωσα είδα μέσα στο χώμα και το τσιμέντο ένα μικρό χαρτάκι, σχεδόν διαλυμένο, που έγραφε «Μπράβο, τώρα που το είδες, ξανακλείστο.» 
Νομίζω ήταν από τις πιο γλυκόπικρες στιγμές της ζωής μου. Σε ένα κτίριο με μια μικρή ξεχασμένη αυλή, είδα το πιο τελευταίο πλακάκι που δεν θα πρόσεχε ποτέ κανείς, και ασχολήθηκα μαζί του αρκετά για να το αφαιρέσω από τη βάση του, και έτσι βρήκα ένα σημείωμα που είχε γράψει ένας άλλος άνθρωπος κάπου, κάποτε. Και αυτός ο άνθρωπος κατάφερε να με κάνει να νιώσω άσχημα. Μπράβο σου άνθρωπε, τα κατάφερες. :)

Θα ήθελα να έχω μια λίστα με όλα τα πράγματα που μου έχουν αρέσει πολύ από τότε που ξεκίνησα να υπάρχω. Με τα πράγματα που τα έχω κάνει κομμάτι μου και δικά μου. Τραγούδια, στίχους, εικόνες, βλέμματα, μικρά χιούμορ, στιγμές σε ταινίες, στιγμές μέσα σε παρέες, σκέψεις, αποκόμματα, βιβλία, τα πάντα. Μια τεράστια μακρόσυρτη λίστα από όλα αυτά που αν δεν τα είχα γνωρίσει μπορεί να μην ήμουν έτσι. Και ύστερα να την δώσω στον πιο μικρό και νέο άνθρωπο που ξέρω να τη ζήσει κι αυτός να δούμε αν θα γίνει εγώ.  Να δω αν θα σκέφτεται όπως σκέφτομαι και γω. Να δω αν θα αναρωτιέται και θα υπεραναλύει συνέχεια. Να δω αν θα τον καταβροχθίζουν οι συλλογισμοί του, αν θα τον μασουλάνε οι σκέψεις του.

Γιατί κάνω κάτι σκέψεις καμιά φορά. Και όλα τα παραπάνω είναι σκέψεις που κάνω για να αποφύγω αυτές τις σκέψεις, τις ανεπιθύμητες, όπως ακριβώς γυρνάς το κεφάλι σου όταν βλέπεις κάποιον που ξέρεις στον δρόμο αλλά δε θες να του μιλήσεις. Και καλά "δε σας σκέφτομαι σκέψεις, ορκίζομαι πως έγινε κατά λάθος. Απλά έτυχε να σκέφτομαι αλλού εκείνη τη στιγμή. Ναι έτσι έγινε."

Ας φανταστούμε πως εδώ βρίσκεται ένα φύλλο λεύκας που συλλέχθηκε στις έξι του Μάη, μεταξύ δώδεκα και μια το μεσημέρι. Γιατί όχι;;

Evergreen

Είμαι δυνατός και νέος. Έχω δύναμη και όρεξη. Έχω την επιθυμία και τη φλόγα. Με καίει και δεν μπορώ να την σβήσω. Δεν γίνεται να τον αγνοήσω. Τον πόθο. Αφήνω τα πάντα για να βρω την κυρία μου. Την κυρά. Μια κυρά, την πιο όμορφη απ'όλες, αυτή θέλω. Έχει πράσινα μαλλιά και μυτερά χείλη και τα δάχτυλά της καταλήγουν σε μικρές φλόγες. Θα τη βρω και θα την κρατήσω για πάντα, μέχρι να μην μπορώ να κρατώ άλλο. Μέχρι να σβήσουν οι φλόγες στα δάχτυλά της. Αλλά ακόμα και τότε, μπορεί να συνεχίσω να κρατώ. Είμαι δυνατός και έχω την επιθυμία.

Αφήνω τα πάντα πίσω μου και φεύγω. Γιατί αυτό επιθυμώ να κάνω.

Περπατώ για ώρες, για μέρες ολόκληρες, για μήνες. Μπορώ να την μυρίσω, είναι δίπλα, είναι τριγύρω. Είμαι δυνατός και νέος και θα την βρω. Θα την κρατήσω για πάντα.

Περπατώ για μήνες, για εποχές, για χρόνια. Είμαι σίγουρος. Είναι εδώ. Μπορεί να ήταν εδώ που στέκομαι τώρα. Είμαι ακόμα δυνατός και σχεδόν νέος. Θα τη βρω. Την πιο όμορφη κυρά απ'όλες.

Περπατώ ακόμα. Περπατώ εδώ και δεν ξέρω πόσο. Οι αριθμοί μοιάζουν με τις ρυτίδες πάνω στο μέτωπό μου. Δεν ξέρεις ποιά είναι η αρχή και ποιά το τέλος. Με καίει. Ο πόθος με καίει ακόμα. Είναι εδώ, είναι παντού τριγύρω. Μυρίζω τις φλόγες στα δάχτυλά της. Αλλά λιώνω. Εξαφανίζομαι. Ήμουν δυνατός και νέος. Είχα δύναμη. Τώρα μοιάζω με πεύκο. Μοιάζω μεγάλος και αδύναμος, αλλά η επιθυμία είναι ακόμα εκεί, και η φλόγα, απλά βαριανασαίνουν και κοιτούν απελπιστικά θλιμμένα τα τοπία που περνούν αργά έξω από τα μάτια μου.

Περπατώ ακόμα. Περπατώ για πάντα. Περπατώ από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Είμαι ο χρόνος. Με καίει ακόμα μια μικρή φλόγα, μια επιθυμία. Γιατί μπορώ να νιώσω τις πατημασιές της κάτω από τις δικές μου. Είναι παντού τριγύρω, και μέσα μου, και έξω μου, και μπρος μου και πίσω μου. Είμαι ένας γέρος και η δύναμή μου είναι απούσα. Πιο απούσα από την επιθυμία. Η επιθυμία είναι ετοιμόρροπη. Αλλά είναι εκεί. Περπατώ μέχρι να μη μπορώ να περπατώ άλλο. Και μετά λίγο ακόμα. Και πέφτω. Πέφτω.

Είμαι κάτω και δεν περπατώ πια. Είμαι στο τέλος. Είμαι άχρονος. Δεν μπορώ άλλο. Προσμένω ακόμα, αλλά κουράστηκα. Είμαι κάτω και δεν περπατώ πια. Κοιτάζω προς τα πάνω, χωρίς να το θέλω. Δεν έχω άλλη επιλογή.

Ο χρόνος έχει χάσει το νόημά του. Δεν μπορώ παρά να κοιτάζω προς τα πάνω. Και βλέπω.

Βλέπω πράσινα μαλλιά να ανεμίζουν. Βλέπω μυτερά χείλη να ανοιγοκλείνουν σιωπηλά. Βλέπω πύρινα δάχτυλα να με πλησιάζουν. Είναι εδώ. Είμαι και γω εδώ. Με κρατάει και με νανουρίζει σιωπηλά και τα μαλλιά της με στηρίζουν και είμαι άχρονος και γέρος και αδύναμος και η φωνή μου δεν βγαίνει για να της πω πως ο πόθος με καίει ακόμα, και πως θα την κρατήσω για πάντα μέχρι να μην μπορώ να κρατώ άλλο, και έπειτα θα την κρατήσω λίγο ακόμα. Μέχρι να σβήσουν οι φλόγες στα δάχτυλά της. Είμαι αδύναμος και γέρος. Σε λίγο δεν θα υπάρχω πια. Δεν έχω δει πιο όμορφο πράγμα από τα πράσινα μαλλιά σου. Είμαι άχρονος τώρα που σε βλέπω. Είμαι παντοτινός και απών. Δεν περπατώ πια αλλά δεν χρειάζεται γιατί με κρατάς εσύ.

"...Είσαι γέρος και αδύναμος, έχεις την επιθυμία και την φλόγα. Είσαι ακίνητος και καίγεσαι. Σβήνεις. Χάνεσαι και σε λίγο δεν θα είσαι πια εδώ. Εγώ όμως σε κρατώ. Σε κρατώ καθώς καίγεσαι και λιώνεις. Θα σε κρατήσω μέχρι να σβήσεις. Θα σε κρατώ για πάντα. Θα σε κρατώ μέχρι να μην μπορώ να κρατώ άλλο, και έπειτα θα σε κρατήσω λίγο ακόμα. Μέχρι να σβήσουν οι φλόγες στα δάχτυλά μου. Μέχρι να πέσουν τα μαλλιά μου και να λειάνουν τα χείλη μου. Θα σε κρατώ εδώ, όπως σε κρατώ αυτή τη στιγμή, γιατί είσαι άχρονος και παντοτινός και γω άργησα αφόρητα αλλά τώρα σε κρατώ όπως δεν σε έχει κρατήσει ποτέ κανείς."