control & shift

Είναι ή πολύ νωρίς ή πολύ αργά. Δεν μπορώ να αποφασίσω. Ό,τι και να ΄ναι, δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε λίγο.


Δεν μου αρέσει καθόλου να μιλάω στα κεφαλαία. Αλλά καμιά φορά πρέπει. Ίσως το προσπαθήσω αργότερα, τα κεφαλαία με τρομάζουν κάπως και ούτως ή άλλως δεν έχω ιδέα πού να δώσω έμφαση εδώ μέσα. Μάλλον θα έρθει από μόνο του.


Κάποιες μέρες γίνομαι η άγκυρα του εαυτού μου και με κρατώ δυνατά και σταθερά στην ίδια θέση. Θέλω να τα έχω όλα υπό έλεγχο και να υπάρχει μια τάξη. Όχι πως με ενοχλεί το χάος, το αντίθετο. Ακόμα και στο χάος υπάρχει τάξη αλλά δεν θα το αναλύσω ΚΑΙ αυτό τώρα. Α! Να, μίλησα στα κεφαλαία. Δεν φωνάζω ρε, για έμφαση μόνο. Αυτή λοιπόν η εμμονή μου να έχω μια σταθερότητα και μια ασφαλή τάξη, με κάνει να αποζητώ το κοντρόλ. Καταρχήν το πλήκτρο και ύστερα βλέπουμε. 


Το κοντρόλ λοιπόν είναι ένα πλήκτρο που υπάρχει στο πληκτρολόγιό σου, κοιτάξέ το, είναι πολύ κάτω αλλά δεν το νοιάζει και πολύ γιατί ξέρει τι του γίνεται και τα έχει καλά με τον εαυτό του. Κάθεται εκεί ήσυχο-ήσυχο και επιβλέπει τα πάντα με μια σοφία. Είναι εντελώς ακούνητο και τα ελέγχει όλα με μια αξιοπρέπεια. Είναι ένας φάρος ελέγχου των παρορμήσεων. Μια μεγάλη πινακίδα που στη μέση της λαμποκοπά ένα ΠΡΟΣΟΧΗ! Να κι άλλα κεφαλαία. Πάλι για έμφαση, όχι για εκφοβισμό, σου ορκίζομαι.


Το κοντρόλ λοιπόν είναι ένα πολύ καλό πλήκτρο. Προτιμώ το ντο δίεση αλλά αυτό είναι μια άλλη πικρή ιστορία. Ο έλεγχος είναι ένα πολύ καλό "κουμπί" λοιπόν. Ναι τώρα μάλλον δεν μιλάω για το πλήκτρο. Ένα σωστό εργαλείο. Αποζητώ να έχω τον έλεγχο στα πάντα πάνω μου, στα πάντα που με αφορούν και με τα οποία επηρεάζω τον εαυτό μου και αυτός επηρεάζει τους άλλους και οι άλλοι με τη σειρά τους επηρεάζουν εμένα. Θέλω να ξέρω πως μπορώ να βασιστώ επάνω μου ανά πάσα στιγμή, γιατί πρέπει να είμαι όσο πιο ανώδυνη γίνεται για τους άλλους. Σκέψου ένα διάφανο άνθρωπο, σαν καλογυαλισμένο τζάμι. Να φαίνομαι μόνο αν μου αφήσει κάποιος δαχτυλιές. Δεν θέλω να έχω ούτε λίγο ίμπακτ πουθενά γιατί μου αρέσει απλά να υπάρχω. Μερικές φορές δεν τα καταφέρνω αλλά όποτε το πάρω χαμπάρι, κοιτάζω το κοντρόλ και ανακουφίζομαι γιατί νομίζω πως επιστρέφω στην όμορφη ελεγχόμενη κατάσταση που έχω φτιάξει στο μυαλό μου μισό λεπτό να δω πού το πήγαινα α ναι


Λοιπόν το κοντρόλ έχει αυτό το καλό. Είναι εκεί σταθερό, με μια υπομονή γίγαντα, με ένα βλέμμα σιγουριάς σαν του Σον Κόννερυ στα γεράματα, και έχει τα πάντα υπό την προστασία του. Μπορεί να έχει μονόκλ και θεληματικό πηγούνι. Το κοντρόλ πίνει μπράντυ τα κρύα βράδια του χειμώνα και σκεπάζει τα πόδια του με καρώ κουβέρτες. Κατεβάζει πάντα το καπάκι της τουαλέτας όταν τακτοποιήσει τις υποθέσεις του, κι ας ξέρει πως μένει μόνο του στο σπίτι και δεν περιμένει κανένα επισκέπτη. Το κοντρόλ είναι πάντα εκεί, στην ίδια θέση, στο ίδιο σημείο, εκεί χαμηλά, δεν το πειράζει, ελέγχει και επιβλέπει να είναι όλα μετρημένα και όπως τους αρμόζουν. Και εδώ έρχεται και τρυπώνει το σιφτ.


Το σιφτ είναι μεγάλος διάολος. Είναι πανέξυπνο πλήκτρο, τρομακτικά τετραπέρατο. Αν το κοντρόλ είναι έχει το βλέμμα του Σον Κόννερυ, το σιφτ έχει την τσαχπινιά του Μπιλλ Μπέηλυ. Σου χαμογελάει σαν κωλόπαιδο εκεί που δεν το περιμένεις, και ξαφνικά όλα παίρνουν άλλο νόημα και πιάνεις τον εαυτό σου να χαχανίζει με απρέπειες. Το σιφτ δεν πιστεύει σε τίποτα. Κυκλοφορεί με ξεχειλωμένες ζακέτες και κάνει συνέχεια τράκα πράγματα που δεν χρησιμοποιεί ποτέ. Κάνει τράκα τσιγάρα, και αυτό είναι εντελώς παράλογο, γιατί δεν καπνίζει. Θέλει απλά να σε βάλει στη διαδικασία. Να είσαι σε εγρήγορση. Πάει επίτηδες σε θλιμμένους ανθρώπους και τους σιγομουρμουράει αστεία δίστιχα για να τους τσιγγλίσει. Και μετά φεύγει. Πάει πιο πέρα. Πιο πάνω. Κοίτα το, όλο προς τα πάνω δείχνει. Θέλει να κινείται συνεχώς. Γιατί γνωρίζει πως όσο χρήσιμο κι αν είναι το κοντρόλ, είναι ταυτόχρονα και εξαιρετικά επικίνδυνο, γιατί σε αναγκάζει να είσαι στάσιμος και ακούνητος στο ίδιο σημείο και έτσι γίνεσαι εύκολη λεία. Γιατί αν είσαι το μόνο ακούνητο πράγμα μέσα σε ένα κινούμενο ποταμό ενέργειας, τότε κάποιος θα σε κάνει σποτ ον και τότε ποιός χέζει και τον έλεγχο και την αυτοσυγκράτηση. 


Το σιφτ, η μετατόπιση, σώζει ζωές. Για αρχή το σιφτ ως πλήκτρο. Παρατήρησε το πώς μου επιτρέπει να βάζω τόνους και κεφαλαία.. Και μετά πάλι μικρά. Σώζει συγγραφικές ζωές και αφηγηματικά σπίτια. Είναι ένα θαύμα, δεν βρίσκεις; Δεν είναι ποτέ ακίνητο, υπάρχει μια συνεχής μετατόπιση. Το σιφτ ως μετατόπιση. Το σιφτ ως ιδέα. Και έπειτα ως κάτι άλλο. Πρέπει να μετατοπίζομαι συνέχεια γιατί νιώθω πως με σημαδεύουν και είναι πιο δύσκολο να σημαδέψεις κάτι εν κινήσει παρά όταν είναι ακούνητο. Σαν τα ελάφια που βλέπουν τις κάννες κυνηγών να τα κοιτούν στα μάτια. 


Οπότε εγώ τώρα κάνω μια επαναλαμβανόμενη κίνηση απ'το κοντρόλ στο σιφτ και πάλι πίσω, και δεν μπορώ να αποφασίσω ποιό είναι πιο ωφέλιμο, να τα έχω όλα υπό έλεγχο αλλά να είμαι εύκολος στόχος ή να μετατοπίζομαι συνεχώς μη έχωντας κανένα απολύτως έλεγχο στα πράματα που με αφορούν, παραμένωντας όμως ολόκληρη όπως με ξέρω και χωρίς ζημιές; Ένα ατέλειωτο πέρα-δώθε από το κοντρόλ στο σιφτ και από το σιφτ στο κοντρόλ. Ως πλήκτρα είναι αρκετά κοντά, περίπου ένας όροφος μακριά. Αρκεί το κοντρόλ να κοιτάξει λίγο πάνω και ωπ ναι να το σιφτ όπως το περίμενε. Αλλά ως πράξεις είναι λιγάκι απροσδιόριστα μακριά το ένα από το άλλο. Και αν αυτό το πέρα-δώθε σου γίνει συνήθεια, κάποια στιγμή σαλτάρεις και αρχίζεις και μιλάς μόνος σου (γκουχου) και νομίζεις πως πρέπει να τα κάνεις όλα εσύ και να σκορπάς την τάξη για να είναι όλα ήσυχα, αλλά και πως πρέπει ταυτόχρονα να τρέχεις γιατί η μετατόπιση είναι η μόνη σωτήρια λύση. 


Έλα σοβαρά τώρα, πώς μπορείς να βάλεις κάτι σε τάξη αν κινείσαι συνέχεια; Είναι σαν να τρέχεις γρήγορα γύρω από ένα πυργάκι Τζένγκα και να έχεις τη απαίτηση μόλις έρθει η σειρά σου να τραβήξεις το κυβάκι σου χωρίς να τα κάνεις όλα πουτάνα. Συγνώμη δε βρίζω, είναι που δεν μπορώ να βάλω άλλα κεφαλαία γιατί μου τελείωσε η έμφαση και πρέπει κάπως να εκτονώσω την κατάσταση γιατί έχει πάει και αργά (ή νωρίς; ακόμα δεν μπορώ να αποφασίσω) και έχουμε και ένα κρεβάτι που μας περιμένει.

Έκτακτο

Οι ειδήσεις σε τίτλους.



Αυτές τις μέρες είμαι μια χελώνα που την αναποδογύρισαν και την άφησαν στη μοίρα της. Αλλά αντί να σκέφτομαι ένα τρόπο να γυρίσω μπρούμυτα και να δω πάλι το έδαφος, έχω αράξει με τα χέρια πίσω από το κεφάλι και χαζεύω το αποπάνω από το έδαφος που δεν έχω ιδέα πώς το λένε και σκέφτομαι «ναι, έτσι είναι πολύ καλύτερα τελικά». Φυσικά νιώθω το αίμα να συγκεντρώνεται στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και επίσης είναι λίγο δύσκολο να κατουρήσεις σε αυτήν την στάση χωρίς να βρέξεις το καβούκι σου, αλλά τουλάχιστον δεν βλέπω πια το έδαφος και βλέπω ένα ατέλειωτο κενό που άλλες φορές έχει ένα πράμα που λάμπει απελπιστικά και με τυφλώνει αλλά μπορώ να κλείνω τα μάτια μου και να αφήνω το πρόσωπό μου να ζεσταίνεται, και άλλες φορές κάτι σκούρα θεριά που μαζεύονται συνασπισμένα και κρύβουν το φωτεινό πράμα και κλαίνε πάνω στη μούρη μου. Δεν έχω πρόβλημα όμως γιατί η απουσία εδάφους με αποσυντονίζει ευχάριστα και μόλις ανακάλυψα πως το καβούκι μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν κουνιστή πολυθρόνα.

Μπορώ να νανουρίσω τον εαυτό μου λοιπόν. Τον νανουρίζω συνέχεια και προσπαθώ να του περιγράψω όλα αυτά τα καινούργια πράγματα που βλέπω, αν και δεν ξέρω τα χρώματα και τα σχήματα και τις ονομασίες τους. Μπορώ όμως να πω πολλά επίθετα και επιρρήματα. Μπορώ να πω πως αυτό το αποπάνω από το έδαφος είναι διασκεδαστικά και ταυτόχρονα τρομακτικά αχανές και είναι πολύ περίεργο το πως το σώμα μου κρατιέται ανέπαφο και δεν μπλέκεται με όλο αυτό το αχανές αποπάνω σε μια υπαρξιακή πλεξούδα, και έτσι εγώ είμαι αυτό που είμαι και μπορώ και διατηρούμαι ακέραιη. Αυτό το αποπάνω από το έδαφος μπορεί να με κοιτάει με απορία και να σκέφτεται «θεέ μου, τι συμμαζεμένο πλάσμα.. Πώς μπορεί να ζει περιορισμένο σε ένα συμπαγές σώμα και να μην σκορπίζει την ύπαρξή του παντού στο χώρο για να γίνει μπουρδέλο το σύμπαν αλλά και για να ευχαριστηθεί που είναι ζωντανό; Αυτή η απελπιστική φυλακή μοιάζει αποκρουστική, ή είναι ιδέα μου;» Εντάξει, συνήθως όταν το σκέφτομαι αυτό νιώθω λίγο άσχημα και προσπαθώ πολύ να με πάρει ο ύπνος για να σταματήσω να σκέφτομαι. Γιατί μου τη δίνει όταν νομίζω πως οι άλλοι με λυπούνται.

Α. Τις Τετάρτες έρχεται ο κηπουρός και εύχομαι να μην με προσέξει και με αναποδογυρίσει από καλή καρδιά γιατί θα τον μισήσω για πάντα.



Ιν άδερ νιουζ.



Χτες το βράδυ είδα στο μετρό ένα πολύ περίεργο άνθρωπο. Τα μέρη του προσώπου του ήταν περίεργα συναρμολογημένα και νόμιζα πως θα πέσουν ή θα αρχίσουν να τρίζουν. Είχε περίεργα κενά και μεγάλες δερματικές λακκούβες και ένα μεγάλο άνοιγμα κατά μήκος του μέτωπού του, σαν μια χοντρή γραμμή που χώριζε το κρανίο του και φανταζόμουν πως από τη γραμμή και πάνω αφήνει να κατοικεί η λογική του και από τη γραμμή και κάτω αποθηκεύει τις αναμνήσεις του. Ακόμη, είμαι σχεδόν σίγουρη πως μπορούσε να ακούσει τις σκέψεις των ανθρώπων, γιατί τα μάτια του μια τρόμαζαν και μια γελούσαν. Ήταν λες και άκουγε ραδιόφωνο με παράσιτα. Σαν να μην μπορούσε να αποφασίσει τι είδους πρόσωπο να φορέσει. Σαν να θυμόταν άσχετα πράγματα μεταξύ τους. Ή σαν να διάλεξε να σκέφτεται πράγματα από τα χειρότερα κι από τα καλύτερα που έχει ζήσει. Επέλεγε ταυτόχρονα και από τα δυο μέρη που χωρίζονταν από τη γραμμή στο μέτωπό του και έτσι η μούρη του μια έλαμπε και μια σκοτείνιαζε.

Ήθελα να πάρω παχύρευστες μπογιές και να του βάψω το πρόσωπο. Θα το έκανα χωρίς γάντια, γιατί ήθελα να νιώθω την μπογιά να μπήγεται στους πόρους του και να μένει εκεί μέχρι να ξεραθεί. Θα του έβαζα μπλε και κόκκινο για να είναι σαν αυτούς τους πολεμιστές που βλέπω στο Νάσιοναλ Τζεογκράφικ και ναι πρέπει κάποια στιγμή να γράφω τα αγγλικά σωστά και όχι σαν καθυστερημένος ψαράς. Αφού τον πασάλειβα προσεκτικά και του έκανα παχιές μπλε γραμμές στα πλάγια του στόματός του, θα του έλεγα μια ιστορία μεσαίου μεγέθους για να ξεχαστεί και εντελώς ξαφνικά θα του πέταγα μια θανατερή ατάκα για να τον κάνω να γελάσει και να δω το χρώμα να σπάει και να γίνεται κομμάτια και να δημιουργούνται τεράστια φαράγγια εκεί που θα κόβεται η μπογιά και θα ήταν λέει τόσο βαθιά και τόσο μεγάλα και τρομακτικά που θα μπορούσα να πετάξω μέσα όλες τις άσχημες σκέψεις μου. Αυτό το πράγμα το σκεφτόμουν όση ώρα καθόταν απέναντί μου και τον κοίταζα τόσο έντονα που χωρίς να το καταλάβω πρέπει να έγινα για λίγο μια τρομακτική στώκερ (ο ψαράς που λέγαμε) και ειλικρινά λυπάμαι κύριε αν σας φόβισα αλλά είχατε τόσο ενδιαφέρον πρόσωπο, που κανένας δεν θα ήθελε πια να ζωγραφίσει σε ένα βαρετό και επίπεδο καμβά.



Ακόμη.



Μερικές φορές φαντάζομαι πως το δωμάτιό μου βρίσκεται στην κοιλιά ενός μεγάλου δράκου, και αν βάλω την παλάμη μου στον τοίχο θα μπορέσω να νιώσω την αναπνοή του και τις φλέβες του να είναι γεμάτες με το αίμα του. Αν ακουμπήσω το κρεβάτι στον τοίχο, οι δονήσεις της καρδιάς του θα περάσουν μέσα στο ξύλο και έπειτα στο σώμα μου και ίσως τότε μπορέσουν να συντονιστούν οι χτύποι. Και τότε θα γίνει κάτι τρομερό, μάλλον. Κάτι πολύ σημαντικό και σπουδαίο. Ίσως αναπτύξω ικανότητες που πριν δεν είχα. Ίσως σταματήσω να ακούω φωνές και να βλέπω μαύρα πράγματα να περπατάνε στο χαλί. Κάτι τελοσπάντων. Γιατί δεν μπορεί να μη γίνει τίποτα σε περίπτωση που η καρδιά σου χτυπάει ταυτόχρονα με την καρδιά ενός δράκου. Είναι πολύ σημαντικό κατόρθωμα, δεν είναι;


Αναλυτικότερες ειδήσεις στις κάποιαστιγμή και τέταρτο, ώστε όλοι να δουν πως έχω διώξει το κακό από πάνω μου.


Καλό βράδυ.

Sídhε out~



Τα πάντα εδώ μέσα αντιπροσωπεύουν κάτι, ακόμα και η πιο μικρή λεξούλα αντικατοπτρίζει μια μικρή ψυχολογική αστάθεια. Αισθητικά, το αποτέλεσμα είναι λίγο ανισόρροπο και χαοτικό, δηλαδή οκ δεν βγάζω νόημα, και όντως μερικές φορές τα πράματα γίνονται λίγο πιο γκλούμυ από όσο νόμιζα και περίμενα πως θα βγουν, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν διαβάζω ποτέ αυτά που γράφω, αφού τα γράψω. Δεν έχει νόημα και δεν είναι αυτός ο σκοπός μου. Δεν με ενδιαφέρει να φτιάχνω όμορφα και περίτεχνα κείμενα. Κανένα κείμενο στο παρόν μπλογκ δεν έχει δεχτεί επεξεργασία προηγουμένως, και δεν έχω κάνει ποτέ προσχέδιο για τίποτα. Μάλλον αυτό φαίνεται βέβαια.. Όταν δεν ξέρω πού το πάω, απλά σταματάω να γράφω και πάω να φάω τίποτα ή να κάνω μπάνιο. Η σκέψη του ότι εδώ μέσα υπάρχουν συντακτικά λάθη, γραμματικά εγκλήματα και νοηματικές ασυνέχειες, είναι κάτι που με τρομάζει και με ταλανίζει αλλά ζω με αυτή γιατί είναι κάτι που αποφάσισα χωρίς να αποφασίσω όταν συνειδητοποίησα πως η συνειρμική γραφή με ανακουφίζει. Και μερικές φορές η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω γιατί τα γράφω εδώ αυτά που γράφω, καθώς δεν είναι καθόλου ιντεράκτιβ και ούτε επιθυμώ να είναι. Επίσης έχω μια υποψία πως τώρα τελευταία υπάρχουν πάνω από 4 άτομα που διαβάζουν τις απαράδεκτες σκέψεις μου και αυτό όπως και να το δεις είναι μια τρομακτική διαπίστωση. Από την άλλη το τετράδιο που κάποτε χρησιμοποιούσα για να γράφω, χάθηκε. Υπό μυστήριες συνθήκες και με ένα θολό φως να τρεμοπαίζει. Να κάτι χειρότερο από τα συντακτικά λάθη: να μην ξέρεις σε τι χέρια θα καταλήξουν οι σκέψεις σου. Οπότε νομίζω πως ένα μπλογκ είναι μια ασφαλής επιλογή για ένα άτομο που δεν θυμάται πού έχει ακουμπήσει το κεφάλι του-α το φοράει ήδη, τι καλά-.

Η γκλουμίλα που με έχει κυριεύσει οφείλεται κυρίως στο ότι έχω χάσει τον όποιο σεβασμό είχα στην σταθερότητα της καθημερινότητάς μου. Έχω βγει από την ρουτίνα μου και δεν πρόκειται να ξαναμπώ γιατί συμβαίνουν ανακατατάξεις. Αυτό είναι λιγάκι καλό, και λιγάκι όχι. Αυτή τη στιγμή δεν είναι τίποτα βέβαιο και δεν έχω ιδέα πού θα βρίσκομαι και τι θα κάνω σε ένα μήνα από τώρα. Και επίσης η μυρωδιά του νοσοκομείου μου προκαλεί απανωτές αναγούλες και εγκεφαλικές κλωτσιές. Μια αισθητηριακή απέχθεια. Και η θέα του αξονικού τομογράφου και του υπερηχογραφήματος είναι κάτι που δεν θέλω να αντικρύσω ποτέ ξανά για αρκετά χρόνια. Θέλω να πω πως ποτέ δεν ξέρεις. Γιου νέβερ νόου, γιου νόου; Και επειδή αυτό το πράγμα είναι αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος, πρέπει να βγω από τη λούπα και να πάω να βρω μια νέα ρουτίνα γιατί έχω φτάσει στο συμπέρασμα πως αν κάνεις συνέχεια πράγματα και ξαφνικά σταματήσεις και μένεις άπραγος, μπορεί να γίνεις ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος στη γη. Μπορεί να διαλυθείς από την βαρεμάρα. Σε τρων τα χέρια σου. Θες να κάνεις πράματα και σε πιάνει μίρλα και γκρίνια. Και επίσης δεν έχω συνηθίσει να μην προσπαθώ για κάτι και να παραδίνομαι στην μιζέρια, η οποία παρεπιπτόντως είναι και αυτή αυτοτροφοδοτούμενη.

Η κυρία Αστάρτε που ζει σε ένα μικρό μέρος του κεφαλιού μου και έχει φτιάξει μια μικρή πόλη που λειτουργεί με άψογη λογική και συνέπεια, θα ερχόταν έξαλλη κάποιο απόγευμα και θα μου έλεγε κάτι σαν

"..Ξέρεις τι θα γίνει αν δεν προσέχεις; Θα σου πω εγώ τι θα γίνει.

Στέκεσαι και κοιτάς προς τη λάθος κατεύθυνση γιατί πίσω σου βρίσκεται ένας τεράστιος θαλάσσιος τυφώνας με μπλε σκούρα επένδυση που πολύ σύντομα θα σε τινάξει ψηλά και θα βρεθείς να παλεύεις μέσα σε ένα αέρινο κόμπο. Σε παρακαλώ γύρνα και κοίτα. Κοίτα προς την σωστή μεριά, όσο προλαβαίνεις. Μην αγνοείς τις στάλες που βρέχουν τη μύτη σου και τη γαργαλάνε, δεν είναι κανονική βροχή, γιατί άσχετα με το τι λένε όλοι, το φθινόπωρο δεν είναι εποχή, είναι κατάσταση και ανήκει αποκλειστικά σε σένα γιατί το έχεις κερδίσει με το σπαθί σου. Δεν είναι φθινοπωρινές στάλες αυτό που σε βρέχει, είναι υδάτινος χαμός και έρχεται κατα πάνω σου.

Σταμάτα να κοιτάς αλλού, για όνομα του θεού. Ο τυφώνας είναι ακριβώς πίσω σου, ευθεία πίσω, σηκώνει θάλασσες και νερά και παρασύρει φάλαινες και βράχους και καταβροχθίζει ψυχές και διαθέσεις και προθέσεις και όλα αυτά που σε κάνουν να νιώθεις ανάλαφρη και πρέπει να φύγεις γρήγορα γιατί έχει γίνει πελώριος και δεν θα σταματήσει μέχρι να μεγαλώσει πιο πολύ κι από τη συνείδησή σου που είναι και αυτή πια σαν ψόφιος γεροδεμένος τιτάνας που τον έχεις δέσει στον καρπό σου με ένα σπάγγο και προσπαθείς να τον σύρεις μαζί σου χωρίς να το πάρει χαμπάρι κανείς, αλλά λυπάμαι, δεν μπορείς να κρύψεις γίγαντες με ένα σεντόνι και ξέρω πως συμφωνήσαμε να μη μιλάμε γι'αυτό εδώ πέρα αλλά σε ικετεύω βιάσου γιατί ο τυφώνας είναι στα 20 μέτρα και θα σε πάρει μαζί του.
Τρέχα σου λέω, τσακίσου.

Και αφού δεν ακούς ορίστε τι κατάλαβες; Σε πρόλαβε και τώρα τα πόδια σου σηκώνονται στον αέρα και δεν ακουμπάς πια στην προβλήτα που μπορεί και να μοιάζει με το Μπρονοέ αλλά τώρα πια δεν έχει σημασία γιατί βρίσκεσαι σε μια έκρηξη μπλε αποχρώσεων και αρμύρας και απορώ γιατί χαμογελάς τόσο πλατιά με κλειστά μάτια, τόσο πολύ σου αρέσουν οι τυφώνες; Χορεύεις μέσα του και τα μαλλιά σου τρέχουν προς πάσα κατεύθυνση και το μπλε ορκίζομαι πως θα εκραγεί σε λίγο και θα γίνει χίλια κομμάτια και θα σου κόψει τα μάγουλα και τις παλάμες.

Φτάνεις σχεδόν στον πυρήνα του. Ακόμα χαμογελάς; Γιατί τους αγαπάς τόσο; Γιατί πρέπει να σε παρασέρνουν πάντα χωρίς λίγη ευγένεια ή κάποια δικαιολογία; Δεν καταλαβαίνεις ποτέ πόσο τρομακτικά θρασείς είναι; Πάντα τους δικαιολογείς και θες να τους προσέχεις αλλά είναι χαοτικοί και μυστήριοι και τόσο αφόρητα ερωτικοί που σε ξεσηκώνουν και μάλλον γι'αυτό κάνεις πάντα την ανήξερη όταν σου φωνάζω να φύγεις, πάντα κοιτάς επίτηδες προς τη λάθος μεριά, και με σιγουριά μπορώ να πω πως ξέρεις ακριβώς πόσο μακριά ή κοντά είναι, γιατί όταν πλησιάζουν, τα δάχτυλα των ποδιών σου σφίγγονται και τα μαλλιά σου σταματούν να κινούνται και κρατάς την αναπνοή σου για να ακούσεις τον πάταγο που κάνει η ύπαρξή σου όταν την καταπίνουν αμάσητη οι αχόρταγοι οργισμένοι τυφώνες που σε περιτριγυρίζουν κάθε που φθινοπωριάζεις.

Γιατί φθινοπωριάζεις τόσο συχνά; Είναι το σύνθημα για να έρθουν; Ρε μήπως είσαι εθισμένη στους τυφώνες;  Σε βοηθούν να σηκώσεις την συνείδησή σου μήπως; Ακόμα κι έτσι να είναι, μην ξεχνάς πως ο σπάγγος είναι πάντα στο χέρι σου και ο σιωπηλός άπνοος τιτάνας που κουβαλάς θα είναι μαζί σου σε κάθε τυφώνα που σε παρασέρνει, κι ας μη νιώθεις πια το βάρος του. Μπορεί να φαίνεται πιο εύκολος στο κουβάλημα λόγω της έλειψης βαρύτητας, αλλά είναι πάντα συνδεδεμένος με τον καρπό σου. Πάντα. Είστε ένα, όχι δύο. Είστε δύο μισά. Είσαι το μισό ενός ολόκληρου και δεν πρόκειται ποτέ ποτέ ποτέ να βγάλεις τον σπάγγο από το χέρι σου και να αφήσεις τον τιτάνα μέσα σε κάποιο τυφώνα να στριφογυρίζει επ'άπειρον μέσα στην υγρασία, γιατί δεν σου πάει καρδιά.

Δε φαίνεται να σε νοιάζει όμως γιατί χαμογελάς ενοχλητικά πολύ εδώ και πολλή ώρα και δεν καταλαβαίνω γιατί δεν ενοχλείσαι μέσα στην χαοτική φρίκη που θρέφουν μέσα τους. Γιατί είσαι αβάσταχτα ευτυχισμένη εκεί μέσα; Χαίρεσαι να σε σηκώνουν βίαια ψηλά και να σε εξαφανίζουν, ή μήπως χάνεσαι εθελοντικά;

Όπως και να 'χει, δεν μπορώ να σε βλέπω μέσα στον τυφώνα, δεν το αντέχω.."

Εγώ δεν θα προλάβαινα να πω κουβέντα και ΓΚΛΟΥΠ θα ξεροκατάπινα γιατί θα έφερνε τους ειδικούς και τότε θα με έπιανε τρέμουλο, μέχρι που θα έφτανε το ιατρικό πόρισμα και θα άκουγα παγωμένη τα συμπεράσματά τους και ο λόγος τους δεν θα απευθυνόταν φυσικά σε μένα απευθείας, αλλά επειδή θα γνώριζαν πως είμαι εκεί γύρω, θα πακέταραν τη διάγνωση με κάποια ασάφεια και άτσαλα σχήματα λόγου:

"..Η αγαπητή Sídhε μπαίνει σε κώμα. Θα μείνει ακίνητη εκεί που είναι και όλα θα ησυχάσουν αρκετά έως λιγουλάκι. Πώς να σας το πω κυρία μου.. Κάποια πράγματα όταν δεν φαίνονται σωστά πια, τα καδράρουμε στον τοίχο, να συνεχίσουν να είναι γλυκόπικρα αλλά μακριά απ΄τα πόδια μας. Δεν μπερδευόμαστε με γλυκόπικρα πράγματα πλέον, αυτό πρέπει να το ξέρουμε. Δεν είναι καν χειμώνας και μεις σκεφτόμαστε θλίψεις. Αυτό είναι λάθος. Δεν είναι καθόλου σωστό. Η παγωμάρα δεν είναι η συνήθης τακτική μας, αλλά δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε πια. Είμαστε έξω απ'τα νερά μας.
Η αγαπητή Sídhε μπαίνει σε κώμα. Βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο πριν την αποσύνθεση και δε θέλουμε καθόλου να γίνουμε μάρτυρες μιας τέτοιας τραγωδίας..."

Οπότε και γω θα έριχνα τα μούτρα μου και θα ερχόμουν εδώ να κλαψουρίσω νευριασμένα όπως κάνω πάντα, και να εξηγήσω γιατί θα απέχω για λίγο. Φυσικά δεν θα ήξερα πώς να το πλασάρω οπότε οι σκέψεις θα χοροπηδούσαν στο κεφάλι μου και πολύ πιθανόν να έλεγα κάτι άχαρο και άνευρο όπως

"..Επιλογή κειμένου: σύντομο/αναλυτικό. Καλύτερα σύντομο. Συμπέρασμα να βάλω; Ίσως, προς το τέλος. Χωρίς την παραμικρή προοικονομία όμως. Σχήματα λόγου: απροσδιόριστα. Η απροσδιοριστία είναι ευχή. Δεν χρειάζεται να τονίσεις τίποτα. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις το "θα δούμε", πιάνει πάντα. Ανησυχώ. Με τι θα μοιάζω; Με άνθρωπο που περπατάει σαν άνθρωπος και μιλάει σαν άνθρωπος και λειτουργεί σαν άνθρωπος, αλλά στην ουσία θα είσαι σε κώμα. Δεν πονάει. Είναι καλό. Δεν ξέρω πώς να το γράψω αυτό, δεν ξέρω. Δεν έχω πρόβλημα στο να γράφω πράγματα. Αλλά αυτό δεν ξέρω πώς να το γράψω. Τι λέξεις να του βάλω; "Αντίο"; "Τα λέμε"; Φοβάμαι πως αν το γράψω θα το πω κιόλας. Μπορεί κατά λάθος να το διαβάσω δυνατά. Μπορεί κάποια στιγμή να το σιγομουρμουρίσω χωρίς να το καταλάβω. Μπορεί να το αποστηθίσω και να το λέω και σε κόσμο. Μπορεί να το συμβουλέψω σε κάποιον. Ακόμα χειρότερα, φοβάμαι μη μου βγαίνει και στις πράξεις μου. Να μου γίνει βίωμα. Μπορεί στο τέλος να το κάνω. Δεν θέλω να το γράψω, γιατί φοβάμαι μην το κάνω. Μπορώ να ξαναδιαλέξω παρακαλώ; Επιλογή κειμένου: Σύντομο. Πολύ σύντομο.."

Έπειτα θα ερχόταν το πέπλο της αβολότητας και θα μας τύλιγε όλους εδώ πέρα και ίσως να κλαίγανε και τα αφρόντιστα κείμενά μου γιατί είναι προτιμότερο το να μη σε ποτίζουν αλλά να ακούς γέλια από μέσα, από το να  σε ποτίζουν και να φεύγουν για πάντα. Πρέπει να φύγω λοιπόν.


ΝΑΙ ΕΡΧΟΜΑΙ ΜΙΣΟ ΛΕΠΤΟ

Και μόλις είχα ένα μικρό και ντροπαλό ρεβελέησον. Αυτό εδώ το μέρος μου κάνει καλό και ταυτόχρονα δεν μου κάνει. Λειτουργεί σαν κάθαρση, αλλά δυστυχώς και ευτυχώς τα γραπτά μένουν. Και μένει και αυτό το αίσθημα που με πνίγει όταν κάτι γίνεται λέξεις. Ξέρεις. Νομίζω μίλησα γι'αυτό πριν λίγο. Όταν κάτι γίνεται λέξεις, γίνεται βίωμα και μπορεί αργότερα να συμβεί πραγματικά.

ΕΡΧΟΜΑΙ ΤΩΡΑ ΣΟΥ ΛΕΩ

Φυσικά δεν λέω αντίο γιατί έχω πολύ μεγάλη ανάγκη να γράφω, κι αν δεν είναι εδώ θα είναι κάπου αλλού. Απλά θα συμμαζευτώ λιγάκι. Θα με βάλω σε τάξη και θα με κάνω καλύτερο άνθρωπο. ΧΑ! Αααχχααχαχαχα! Χαχαχα.. χφφ αχμ.

ΟΠΟΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ήρθε αυτή η στιγμή που θα υποθέσουμε ότι έρχεται η καλή Αστάρτε και πατάει πόδι πια και επειδή όλοι με περιμένουν και αρχίζω να αργώ ανησυχητικά, με πιάνει από τον καρπό και με τραβάει. Και γω αντιστέκομαι αλλά μόνο για την τιμή των όπλων γιατί έχει νεύρα και έχει ένα δίκιο εδώ που τα λέμε. Κάποιος έπρεπε να επέμβει. Δεν φταίω εγώ, με τραβάνε! Με τραβάνε.. Υπόσχομαι πως θα είμαι πολύ ουδέτερη όσο υπάρχω σε φυτική κατάσταση.

ΕΡΧΟΜΑΙ ΛΕΜΕ ΔΙΑΟΛΕ

Θα με πάρει να φύγουμε τώρα, για λίγο ή αρκετό καιρό. Θα είμαι εδώ γύρω.

Αtaraxia

Θέλω να περιμένω λίγο μπας και σταματήσουν οι πυροβολισμοί, για


Η σκλαβιά κυκλοφορεί μεταμφιεσμένη


Οι μονίμως χαρούμενοι άνθρωποι με τρομάζουν,


Κουβαλάω μια σακούλα με τρεις χιλιάδες μάτια,  και όλοι θα αρχίσουν να τρέχουν όταν


Τα ψάρια είναι τα πιο διψασμένα πλάσματα στον κόσμο γιατί 


Οι πλανήτες έρχονται στις σωστές θέσεις κάθε φορά που κάνουμε πως κοιτάμε αλλού,


Αγαπητό μου μαξιλάρι, φεύγω, γιατί μόλις ανακάλυψα πως 





να συγκεντρωθώ και να καταλάβω τι ώρα είναι κι αν ήρθε η στιγμή


και ευτυχώς που ξέρω από ενδυμασίες,


με δουν να την αδειάζω μπροστά τους γελώντας, και τα μάτια θα ξεχύνονται παντού


γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομακτικό από τους ανθρώπους που δεν νιώθουν ποτέ απόγνωση, και δεν γνωρίζουν 


και μόλις στρίψουμε το κεφάλι μας, αυτοί επανέρχονται στις αρχικές χαοτικές τους θέσεις, για να βεβαιωθούν


δεν μπορούν να εκτιμήσουν το νερό.


δεν μπορώ να ταξιδέψω πάνω στο κρεβάτι μου, και είμαι 


να στρίψω τον μοχλό που θα


πως πρέπει κάποιες φορές να σταματούμε τα γέλια, και να παρηγορούμε 


στους δρόμους, γιατί τα κουβαλάω πολύ καιρό και τελικά δεν μου χρησίμευσαν σε τίποτα,


κάνει τις μηχανές του πολέμου να παγώσουν και να σκουριάσουν για πάντα,


σίγουρη πως το ήξερες και δεν μου είπες τίποτα, γιατί είμαι


πως δεν θα ξέρουμε ποτέ πότε είναι η σωστή στιγμή για κάτι.


τον εαυτό μας, για να μην νιώθει μόνος του.


και έτσι μπορώ εύκολα να διακρίνω αυτούς που ταυτίζονται δυναμικά με τη μάσκα τους, από


η καλύτερή σου πελάτισσα.


γιατί θέλω να τα δω και να τα μάθω όλα, και για
  

αυτούς που τη φοβούνται και υποτάσσονται σε αυτήν.


να το κάνεις αυτό δεν χρειάζεσαι μάτια,


γιατί αλλιώς εγώ πίσω σε εμπόλεμη ζώνη δεν γυρίζω.


αλλά την επιθυμία να παγιδεύεσαι εθελοντικά.








Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένα "αυτοί" που ζούσε καλύτερα από το "εμείς".

Σε πτέμβρυος

Νιώθω ότι αχρηστεύω. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα που να μου αρέσει. Ό,τι κάνω μου βγαίνει στραβό και λάθος και το βάζω σε ένα μικρό ραφάκι στο σαλόνι και τώρα έχουν μαζευτεί πολλά στραβά και με κοιτάνε οργισμένα και συνομωτούν εναντίον μου. Δεν ξέρω αν έχεις το δικαίωμα να πετάξεις κάτι εφόσον είσαι ο δημιουργός του, αλλά εγώ δεν έχω τη δύναμη να το κάνω, και όταν κάνεις συνέχεια πράματα και δεν πετάς τίποτα, κάπου μαζεύονται και σε πνίγουν. Δηλαδή αν έμπαινες σε ένα δωμάτιο γεμάτο μουτζούρες στους τοίχους που υπό διαφορετικές συνθήκες θα ανήκαν στα σκουπίδια, με τι καρδιά θα ξεκινούσες να ζωγραφίσεις; Δεν θα είχες τα κότσια να ξεκινήσεις το οτιδήποτε, ακόμη κι αν ήσουν σίγουρος πως δεν έχεις κάνει εσύ όλες αυτές τις μουτζούρες. Είμαι σίγουρη πως η επόμενη μουτζούρα μου θα είναι η ωραιότερη απ'όλες, γι'αυτό και αργώ να την κάνω, δίνω χρόνο σε όλους να προετοιμαστούν γι'αυτή γιατί θα τα ανατρέψει όλα. Και μπορώ να πω πολλές τέτοιες μπούρδες προκειμένου να μην κάνω τίποτα που θα με εκθέσει. Έχω αχρηστεύσει, ναι, δεν μπορώ να κάνω τίποτα σωστά.

Και θα περίμενε κανείς να τραβήξω τη γραμμή που θα χωρίζει εμένα από το καλοκαίρι μου, αλλά η αλήθεια είναι πως θέλω ακόμα να μυρίζω θάλασσα όταν πέφτω για ύπνο και να κοιμάμαι σε άβολα κρεβάτια γιατί όταν γκρινιάζω για το πόσο άσχημα περνάω, τότε είναι που περνάω και γαμώ. Και μου φαίνεται άδικο να μη με χωράει ο τόπος γιατί έχω πολλά τετραγωνικά για την πάρτη μου και γω το μόνο που σκέφτομαι είναι να πάω σε μια παραλία κατά τις 8 το απόγευμα που σουρουπώνει και σιροπιάζει ο τόπος, και είναι όλα ήσυχα και όπως πρέπει να είναι. Όπως πρέπει να είναι διάολε. Μα γιατί δεν είναι έτσι όλα; Αυτό είναι άδικο. Είναι άδικο να στέκομαι εδώ που στέκομαι ενώ θα μπορούσα να κάθομαι ήσυχη πάνω στην άμμο και απλά να κοιτάζω. Όλο το καλοκαίρι αυτό έκανα. Κοιτούσα. Είμαι πολύ καλή στο να παρατηρώ. Παρατηρούσα τα πάντα και κοιτούσα ότι μπορεί να κοιταχτεί και κατέγραφα και γέμιζα το ντεπόζιτο των εικόνων μου γιατί είχε αδειάσει εδώ και καιρό. Φυσικά κάθε φορά που γυρίζω σπίτι το νιώθω μισοάδειο και είναι η κατάρα μου να φεύγω από το σπίτι γιατί μετά γυρνάω και να ορίστε τι συμβαίνει. 

Νιώθω ένα τόσο μεγάλο βάρος στους ώμους και στο λαιμό μου και δεν είμαι σίγουρη ότι αυτό είναι σωστό μιας και ο χειμώνας μόλις τώρα ξεκινάει να ΄ρχεται και αν νιώθω βαριά από τώρα, τι θα κάνω μέσα Δεκέμβρη πχ; Τι θα κάνω φέτος; Πώς θα τη βγάλω; Δε θέλω να έρθει το φέτος γιατί το φοβάμαι όπως φοβόμουν και το πέρσι και μάλλον καλά έκανα και το φοβόμουν γιατί όλα έρχονται μισά και κουτσουρεμένα. Αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία για να μην κάνω τίποτα. Θέλω μια κλωτσιά για να ξεκουνήσω, ας μου δώσει κάποιος μια κλωτσιά στον εγκέφαλο για να ξεκουνήσω και να βρω τον ρυθμό μου. Δεν έχω όρεξη. Δεν έχω ούτε λίγη όρεξη. 

Και προσπάθησα πολύ να φύγω από αυτό το μέρος (ναι αυτό εδώ το μέρος) και έφτιαξα ένα άλλο καλύτερο και πιο χαρωπό αλλά την επόμενη μέρα μου φάνηκε πολύ γελοία προσπάθεια και λάθος και τέλος πάντων από ποιόν κρύβομαι; Έλα τώρα που θέλω και αλλαγές. Είναι αστείο και ταυτόχρονα δεν είναι. Ισχύουν και οι δύο αυτές καταστάσεις. Σαν μια τεράστια σιδερένια μπάλα που έχω εθελοντικά δέσει στον αστράγαλό μου και ευτυχώς πάει με όλες μου τις διαθέσεις και δεν φοβάμαι ποτέ για το αν θα είναι όλα ασορτί. Μερικές φορές δε φαίνεται καθόλου και όλοι αναρωτιούνται γιατί γκρινιάζω. ΓΙΑΤΙ ΚΟΥΒΑΛΑΩ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΚΙΛΑ ΚΑΚΗΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ.

Δεν έχω νεύρα, δεν είμαι επιθετική. Νιώθω στενάχωρα και αποπνικτικά και δεν έχω ούτε ένα μικρό πραγματάκι που να με κάνει να νιώθω καλά. Όλα πάνε ή μέτρια ή άσχημα. Είμαι εντελώς μετέωρη και όταν φυσάει μπορεί να βρεθώ στου διαόλου. Είναι τόσο δύσκολο να το καταλάβουν πια; Υποχωρώ. Δεν μπορώ άλλο. Δεν θέλω να κάνω τίποτα για τίποτα. Βαρέθηκα και κουράστηκα και έχω πολύ χειμώνα συμπυκνωμένο μέσα μου και τρεις μήνες δεν μπορούν να το πάρουν πίσω αυτό. Δε γίνεται. Και μαθηματικώς να το δεις, δεν μπορεί να συμβεί. Γιατί ο χειμώνας δεν είναι εποχή, είναι κατάσταση και μάλλον με συμπαθεί πολύ. Νιώθω σαν ανθρώπινη σπατάλη. Να με αφήσετε έξω γιατί αυτό που συμβαίνει δεν είναι αυτό που κάνω συνήθως, και δεν έχω καμιά δικαιολογία.

Σατανά μου, τι να κάνω που ήρθε ο Σεπτέμβρης και γω δεν νιώθω καθόλου ανάλαφρη και χαρούμενη και ορεξάτη; Γιατί να το κρύψουμε άλλωστε, αφού κάνει μπαμ. Μέχρι και τα κλειδιά αφήνω πάνω στην πόρτα, μπας και μπει κανείς και με ενοχλήσει. Είμαι έτοιμη να γαβγίσω στον πρώτο που θα αποπειραθεί να μπει στο σπίτι μου και να κάνει σχόλια για το πόσο ατακτοποίητο είναι, και για το πόσα καλοκαιρινά πράγματα έχω αφήσει από δω κι από κει, και για τις βαλίτσες μου που είναι ακόμα δίπλα στην πόρτα. Ας μου πει κάποιος το οτιδήποτε και θα τρέξω να τον ξεσκίσω. Ναι καλά. Σιγά μην τρέξω. Μέχρι να φτάσω στην πόρτα θα το έχω μετανιώσει γιατί δε νιώθω καθόλου φορτσάτη και το πιθανότερο είναι να φτάσω λαχανιασμένη και κλαμμένη και να του πω πως μπορεί να κάνει ό,τι θέλει και γω θα αράξω εκεί, να, στο χαλί δίπλα στον καναπέ και δεν θα τον ενοχλήσω καθόλου όσο κάνει σχόλια για το πόσο δεν την παλεύω. Εγώ θα βουτήξω τη μούρη μου στον καναπέ και θα αναπνέω με δυσκολία γιατί αυτό με ηρεμεί κάπως. Τώρα όλα αυτά θα γίνουν στο σενάριο όπου κάποιος θα ορμήσει να μπει στο σπίτι μου, έτσι; Γιατί αυτό δεν πρόκειται να συμβεί καθώς τους αποθαρρύνω όλους και κανείς δεν τολμάει να μου το προτείνει. Θέλω να κουλουριαστώ σαν έμβρυο και να περάσει ο χειμώνας χωρίς να το καταλάβω κι ας λείψω σε μερικούς, ούτως ή άλλως μου έχουν ήδη κάνει παράπονα για το ότι με βλέπουν σπάνια πια. Τι να κάνω όμως που δε μπορώ καθόλου; Δε μπορώ καθόλου σου λέω. 

Δε μπορώ τίποτα. Δεν μπορώ τίποτα. Ας το χωνέψουν όλοι για να τελειώνουμε. Θέλω τόσο πολύ να γίνει κάτι για να ξεκουνήσω αλλά μόνο που με σκέφτομαι να ξεκουνάω μου έρχεται σκοτοδίνη. Κάτι το οποίο να μην προκαλέσω εγώ. Δεν μπορώ να προσπαθώ εγώ να με κάνω καλά πάντα, ας προσπαθήσει κανείς άλλος. Εγώ παραιτούμαι. Πρέπει να γίνει μια έκρηξη ή κάτι τέτοιο για να καταλάβω επιτέλους τι πρέπει να κάνω γιατί δεν μπορώ άλλο, αλήθεια δεν μπορώ, και όπως μου είχε πει και ένας καλός κύριος κάποτε, όταν κάνεις τόσα πολλά μπάνια καθημερινά, αρχίζεις και πλένεις άλλα πράγματα πέρα από τον εαυτό σου.